Εύχρηστος, φθηνός και αποτελεσματικός!
ΠΗΓΗ: tromaktiko.blogspot.com
Δεν υπάρχει ανάγκη για ναούς, δεν υπάρχει ανάγκη για περίπλοκες φιλοσοφίες. Ο εγκέφαλος και η καρδιά μου είναι οι ναοί μου, η καλοσύνη είναι η φιλοσοφία μου
Σωκράτης
Η ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑ ΜΟΥ είναι µια πολύ αγαπηµένη οικογένεια. Είναι ο αγαπηµένος µου µπαµπάς, η αγαπηµένη µου µαµά, ο αγαπηµένος µου αδελφός. Τον αγαπηµένο µου µπαµπά δεν….τον ßλέπω ποτέ, γιατί φεύγει το πρωί για τη δουλειά και γυρίζει τα µεσάνυχτα.
Δηλαδή κανονικά γυρίζει στις 7.00 µ. µ., αλλά κάνει και πέντε ώρες γύρω – γύρω το τετράγωνο µέχρι να ßρει να παρκάρει. Κι όταν έρχεται δεν είναι και πολύ χαρούµενος και καθόλου δεν µοιάζει µε τους µπαµπάδες των διαφηµίσεων που µπαίνουν µέσα µε δωράκια και σοκολάτες και τα παιδιά πηδάνε στην αγκαλιά του κι αυτός γελάει και τα στριφογυρίζει ψηλά. Εµάς λέει: «Άι σιχτίρι,το κωλοκράτος µου µέσα!!» και ßροντάει τα κλειδιά στο συρτάρι.
Την αγαπηµένη µου µαµά δεν τη ßλέπω επίσης, γιατί κι αυτή δουλεύει αλλά έρχεται σπίτι µε το λεωφορείο. Και µετά πλένει, σιδερώνει, σφουγγαρίζει, µαγειρεύει και ßρίζει τον µπαµπά που δεν πήρε τυρί τριµµένο από το σούπερ µάρκετ. Και δεν µοιάζει καθόλου µε τις µαµάδες των διαφηµίσεων, γιατί δεν µαγειρεύει ßαµµένη ούτε µε ψηλοτάκουνα. Κι όταν λερώσουµε το µπλουζάκι µε σοκολάτες δεν γελάει χαρούµενη που έχει το σωστό απορρυπαντικό, αλλά µας λέει: «Ε, ßέßαια. Άµα έχετε τη δουλάρα!! Άντε ßγάλτο, τελείωνε, ΤΕΛΕΙΩΝΕ λέµε, την τύχη µου που στραßώθηκα και τον παντρεύτηκα!!».
Τον αγαπηµένο µου αδελφό δεν τον ßλέπω ποτέ, γιατί λείπουµε κι οι δυο στο σχολείο και µετά εκείνος πηγαίνει φροντιστήριο και µετά κλείνεται στο δωµάτιό του και µετά ανοίγει το κοµπιούτερ του και µετά ψάχνει γυµνές κυρίες και µετά τις ßρίσκει και µετά χαίρεται.
Ο µπαµπάς µου, η µαµά µου, ο αδελφός µου κι εγώ είµαστε µια πολύ αγαπηµένη οικογένεια και κάθε Κυριακή µεσηµέρι κάνουµε ένα πολύ αγαπηµένο οικογενειακό τραπέζι κι εκεί έχουµε όλο τον χρόνο να τσακωθούµε µεταξύ µας. Ο µπαµπάς µαλώνει τον αδελφό µου που δεν διαßάζει αρκετά και µετά µαλώνει εµένα που δεν τα τρώω τα παντζάρια. Και µετά η µαµά µαλώνει τον µπαµπά µου γιατί µας µαλώνει, γιατί είναι «αντιπαιδαγωγικό» λέει. Και µετά η µαµά µου µαλώνει τον αδελφό µου που πετάει τα µποξεράκια του στη µοκέτα κι έχει και τη µέση της και µετά µαλώνει εµένα που θέλω να µου πάρουνε κινητό. Και µου λέει: «Έκανε κι η µύγα κώλο και ζητάει κινητό». Κι εγώ της λέω: «Η Ευαγγελία γιατί έχει κινητό που είναι και 27 µέρες µικρότερη;». Κι η µαµά µου µού λέει: «Δεν µε νοιάζει τι κάνει η Ευαγγελία, εµένα µε νοιάζει τι κάνει το δικό µου το παιδί». Και φωνάζει και ο µπαµπάς τής λέει: «Τώρα που ουρλιάζεις εσύ, δεν είναι αντιπαιδαγωγικό;» Κι η µαµά τού λέει: «Δεν ουρλιάζω, συζήτηση κάνουµε». Κι ο µπαµπάς µου της λέει: «Ναι, έχεις δίκιο. Μπορεί στο ισόγειο να µη σ’ άκουσαν!». Κι η µαµά του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς θα σου ´λεγα τώρα!». Και δεν του λέει.
ΚΑΙ ΜΕΤΑ ΚΑΝΕΝΑΣ δεν µιλάει για πολλή ώρα. Κι ακούγονται µόνο τα πιρούνια, τα µαχαίρια κι ο αδελφός µου που κάνει κλάπα κλούπα µε τη γλώσσα του. Κι η µαµά τού λέει: «Δεν µπορείς να φας σαν άνθρωπος;» Κι ο αδελφός µου της λέει: «Σαν άνθρωπος τρώω». Κι η µαµά µου του λέει: «Θα σε καλέσουνε σε κάνα σπίτι, ρεζίλι θα γίνουµε». Κι ο µπαµπάς µου της λέει: «Μπορείς να σταµατήσεις µία στιγµή, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α, αυτό το µπουρ µπουρ µπουρ, µες στ´ αυτί µου;; Έλεος δηλαδή, ΕΛΕΟΣ, Ε-Λ-Ε-Ο-Σ!». Κι η µαµά µου λέει: «Δεν φτάνει που έχω γίνει χίλια κοµµάτια να σας υπηρετώ όλους εδώ µέσα, µια καλή κουßέντα να ακούσω, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α».
Κι ο µπαµπάς µου της λέει: «Έριξες πολύ αλάτι, λύσσα το ´κανες». Κι η µαµά τού λέει: «Ορίστε, εκεί που µας χρωστάγανε, µας πήραν και το ßόδι». Kι εγώ ρωτάω: «Πότε είχαµε ßόδι και µας το πήρανε;». Κι ο αδελφός µου µού λέει: «Είσαι µαλακισµένο». Κι εγώ ßάζω τα κλάµατα και λέω: «Με λέει µαλακισµένο!!!». Κι ο µπαµπάς µου του λέει: «Μη λες την αδελφή σου µαλακισµένο». Κι ο αδελφός µου λέει: «Αφού είναι!» Κι η µαµά µου λέει: «Δεν θέλω να ακούω τέτοιες λέξεις εδώ µέσα!». Κι ο αδελφός µου της λέει: «Όταν τις λέει ο µπαµπάς είναι καλά;». Κι η µαµά µου λέει στον µπαµπά µου: «Ορίστε, είδες το παράδειγµα που δίνεις στα ίδια σου τα παιδιά». Κι ο µπαµπάς µου λέει: «Μια µπουκιά δεν µπορούµε να φαρµακώσουµε σ´αυτό το σπίτι, ΜΙΑ, Μ-Ι-Α». Κι η µαµά µου του λέει: «Τι µπουκιά, εσύ δεν είπες είναι λύσσα; Κι άµα δεν σ´ αρέσει, να πας να σου µαγειρεύει η Βιßή». Κι εγώ λέω: «Ποια είναι η Βιßή;». Κι η µαµά λέει: «Ποια είναι η Βιßή, Μανώλη; Πες στο παιδί σου, στο σπλάχνο σου, στην κόρη σου ποια είναι η Βιßή, Μανώλη». Κι ο πατέρας µου λέει: «Η κυρία Βιßή είναι µια εξαίρετη συνάδελφος κι η µάνα σας είναι µια τρελή γυναίκα». Κι η µαµά λέει: «Γι´ αυτό γυρίζουµε µεσάνυχτα, Μανώλη; Επειδή η Βιßή είναι µια εξαίρετη συνάδελφος, Μανώλη;». Κι ο µπαµπάς λέει: «Γυρίζουµε µεσάνυχτα, διότι τα µεσάνυχτα ßρίσκουµε να παρκάρουµε. Άντε να δούµε πού θα φτάσει ο πληθωρισµός πια». Κι η µαµά µου του λέει: «Έχε χάρη που είναι τα παιδιά, αλλιώς σου ´λεγα εγώ». Κι ο µπαµπάς της λέει: «Τι θα µου ´λεγες εσύ;». Κι η µαµά του λέει: «Το δισάκι µου στον ώµο, για τον δρόµο, για τον δρόµο, αυτό θα σου ´λεγα εγώ». Κι εγώ λέω: «Έγιν´ η ßροχή χαλάζι, δεν µε νοιάζει, δεν µε νοιάζει ει ει ει ει ». Κι ο µπαµπάς κι η µαµά µού λένε: «ΣΤΑΜΑΤΑ!!!» και σταµατάω.
ΚΑΙ ΠΕΦΤΕΙ ΠΑΛΙ µια σιωπή, ντράγκα ντούγκα τα πιρούνια. Κι ο αδελφός µου λέει: «Έφαγα, πάω µέσα». Κι ο µπαµπάς µου του λέει: «Δεν έχει να πας πουθενά. Τώρα τρώµε όλοι µαζί σαν οικογένεια». Κι η µαµά µου του λέει: «Έχει δίκιο ο πατέρας σου, να κάτσεις εκεί που κάθεσαι». Και καθόµαστε όλοι εκεί που καθόµαστε.
Την Άνοιξη αν δεν την βρεις
την φτιάχνεις”
Οδ. Ελύτης (Εκ του πλησίον)
Ποτέ άλλοτε το παγκόσμιο καπιταλιστικό σύστημα δεν είχε τόση εντροπία, αλλά και ποτέ ίσαμε τώρα δεν υπήρχε αυτή η ηγεμονία της ιδεολογίας του καπιταλισμού στην κοινωνία. Πραγματικά το καπιταλιστικό φαντασιακό έχει καταλάβει και κυριαρχεί στο μυαλό και στην καρδιά του σύγχρονου ανθρώπου.
Οι άνθρωποι πλέον δεν έχουν ένα διαυγές σχέδιο για το μέλλον της κοινωνίας, ούτε καν ένα όραμα για μια άλλου τύπου κοινωνική οργάνωση.
Ο καπιταλισμός, ιδιαίτερα μετά την κατάρρευση του «υπαρκτού σοσιαλισμού» ή του κρατικού καπιταλισμού, έγινε πιο επιθετικός, αλλά και πιο ασταθής και ανισόρροπος.
Η παγκόσμια κρίση πλέον, ιδιαίτερα μετά την επικράτηση των νέων τεχνολογιών, δεν ξέρουμε πώς θα ελεγχθεί ,ο κόσμος πλέον και όχι μόνον οι χώρες που μαστίζονται από την οικονομική κρίση έχει γίνει αβέβαιος.
Στην Ελλάδα της μεγάλης οικονομικής κρίσης, οι πολίτες παρ’ ότι διαμαρτύρονται έντονα δεν μπορούν ή δεν θέλουν να κάνουν την σύνδεση ότι τα σημερινά προβλήματα είναι παρελκόμενα ενός συγκεκριμένου κοινωνικού συστήματος. Ο καθένας διαμαρτύρεται αλλά στην ουσία επειδή βλέπει το εισόδημα του να μειώνεται και το επίπεδο της ζωής του να χειροτερεύει, αλλά δεν επιθυμεί ένα άλλο σύστημα πιο δίκαιο πιο ελεύθερο, πιο συλλογικό, πιο δημοκρατικό, πιο ανθρώπινο.
Ο καπιταλισμός πριν φανερώσει τα αδιέξοδα του, κατέστρεψε τον ψυχισμό των ανθρώπων, διαμόρφωσε ένα νέο ανθρωπολογικό τύπο. Έναν άνθρωπο μοναχικό μοναχικό, νευρωτικό, αγχώδη, φοβικό και φοβισμένο αλλά και ατομιστή, επιθετικό, καταναλωτικό και ενεργοβόρο, καρριερίστα, αμοραλιστή, εγωιστή, αμετροεπή, ανταγωνιστικό. Έναν άνθρωπο κάτοικο του «εγώ» και εχθρό του «εμείς». Έναν άνθρωπο που ακόμα και στην σημερινή γενική καταστροφή, διατηρεί μια ψευδαισθητική πιθανότητα ατομικής διαφυγής.
Τα κόμματα της διαχείρισης έπαιξαν καθοριστικό ρόλο σ’ αυτή την διεργασία και τα κόμματα της αριστεράς ανεξάρτητα απ’ την ρητορική τους, ως μηχανισμοί εξουσίας, ως στελεχιακός μηχανισμός αλλά και ως κοινωνικά υποκείμενα, είναι αμφίβολο αν στο φαντασιακό τους έχουν κάτι διαφορετικό απ’ το περιρρέον κλίμα.
Τι συνιστά ως κοινωνικό υποκείμενο ενας αριστερός σήμερα, όταν σκέπτεται, αισθάνεται, συμπεριφέρεται, παράγει και καταναλώνει όπως οι πολλοί;
Πώς όμως διαμόρφωσε ο καπιταλισμός έναν τέτοιο ανθρωπολογικό τύπο; Ασφαλώς κολακεύοντας το πιο εύκολα ανθρώπινα συναισθήματα και μεταθέτοντας την προσπάθεια του ανθρώπου από την ικανοποίηση των αναγκών στην ικανοποίηση των επιθυμιών.
Το «εδώ και τώρα» συμπυκνώνει αυτή την μετατόπιση από το πλαίσιο της πραγματικότητας και της ανάγκης, στο πλαίσιο του υποσυνείδητου, της ηδονής και της επιθυμίας.
Μια ικανοποίηση, χωρίς προσπάθεια, χωρίς τίμημα, χωρίς συνέπειες αλλά και χωρίς κανόνες, χωρίς πρέπει και χωρίς ηθική. Ας διαυγάσομε την ελληνική κοινωνία των τελευταίων 30 χρόνων και θα δούμε αυτή την αλλαγή.
Από τη στιγμή που ο καπιταλισμός συνέδεσε τα καταναλωτικά προϊόντα όχι με τις πραγματικές ανάγκες αλλά με τις επιθυμίες, η κατανάλωση θα έφθανε στα ύψη, η σπατάλη της ενέργειας εκεί που δεν είχε φθάσει ποτέ και τα προϊόντα δεν θα σήμαιναν μόνο κάλυψη στοιχειωδών αναγκών, αλλά θα έχουν και άλλα ψυχολογικά συμφραζόμενα τέτοια που ο άνθρωπος πλέον-όπως έγινε σήμερα-δεν θα μπορεί να ζήσει χωρίς να καταναλώνει, πολλά, περιττά και άχρηστα προϊόντα.
Π.χ. το αυτοκίνητο πλέον δεν είναι μέσο μεταφοράς αλλά ένδειξη κοινωνικής καταξίωσης και ευμάρειας, Το ίδιο συμβαίνει με όλα τα υλικά αγαθά.Αλλά τη ‘’δόξα’’της αγοράς εζήλεψε και η πολιτική και οι πολιυικοί μας
Τα λογικά επιχειρήματα και η λογική αναλυτική σκέψη, τα πολιτικά ενεργήματα και τα στρατηγικά προτάγματα για την κοινωνία αντικαταστάθηκαν από υποσυνείδητα ορμέμφυτα, εικόνες, επιθυμίες και φαντασιώσεις, έτσι που ο πολίτης να μην ενεργεί λογικά αλλά συναισθηματικά. Έτσι μπορεί να εξηγήσει κανείς και όλη την παθολογία της σύζευξης αγοράς- πολιτικής.
Αυτή η πορεία έχει αρχίσει να φανερώνει το αδιέξοδο της και η πορεία των ανθρώπινων κοινωνιών βαίνει προς το χάος.
Ο Άνθρωπος μόνον ως συλλογικό-κοινωνικό υποκείμενο δύναται να οριστεί και μόνο μέσα στην κοινωνία, στη συλλογικότητα και στην αλληλέγγυα στάση μπορεί να ζήσει. Κάθε άνθρωπος δεν είναι μόνο η βιολογική του υποδομή και οι ψυχολογικοί του μηχανισμοί, αλλά και ότι έχει «κλέψει» έχει «δανειστεί» από την κοινότητα, κάτι που οφείλει και να το επιστρέψει. Αυτή είναι και η ιστορική νομιμοποίηση του κομμουνισμού και ας φαίνεται να αντιβαίνει τη βιολογική φύση του ανθρώπου.
Η ανθρώπινη πολιτική ιστορία όμως έδειξε ότι δεν μπορεί να οικοδομηθεί μια ανώτερη κοινωνία από τη σημερινή χωρίς να επινοήσει ο άνθρωπος έναν αποτελεσματικό , άμεσο και δημοκρατικό τρόπο ελέγχου της εξουσίας.
Αλλά και η ιστορία των τελευταίων χρόνων της αλόγιστης ανάπτυξης έδειξε πως οποιαδήποτε πολιτική για το μέλλον δε μπορεί παρά να περιλαμβάνει τις αρχές και τους όρους της αποανάπτυξης και ας φαίνεται σήμερα ως αναχρονισμός ή ως επιστροφή στο παρελθόν. Ο άνθρωπος πρέπει να επιστρέψει στο αναγκαίο , στο χρειώδες και στο βασικό. Δεν είναι νοσταλγία για το παρελθόν αλλά σπαρακτική κραυγή για ένα σκοτεινό μέλλον που έρχεται. Ένα σκοτεινό μέλλον που μας υπόσχεται η καταναλωτική δημοκρατία και η πολιτική ελίτ που μας κυβερνά.
Γιώργος Κοκκινάκος, ψυχίατρος, διευθυντής Κέντρου Ψυχικής Υγείας Χανίων.